ροίζησις

ροίζησις
-ήσεως, ἡ, Α [ῥοιζῶ (Ι)]
1. συριγμός, σφύριγμα
2. η κίνηση τού βέλους, το σφύριγμα τού βέλους.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ῥοίζησις — whizzing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοιζήσει — ῥοίζησις whizzing fem nom/voc/acc dual (attic epic) ῥοιζήσεϊ , ῥοίζησις whizzing fem dat sg (epic) ῥοίζησις whizzing fem dat sg (attic ionic) ῥοιζέω whistle aor subj act 3rd sg (attic epic ionic) ῥοιζέω whistle fut ind mid 2nd sg (attic ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοιζήσεως — ῥοιζήσεω̆ς , ῥοίζησις whizzing fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”